ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΙΣ ΙΩΑΝΝΙΝΑ - Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ - ΕΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕΣ!!… Του Γεωργίου Χατζή - Πελλερέν

 

Το Μπιζάνι έπεσε! Και ο Ελληνικός Στρατός, τροπαιοφόρος και λεοντόθυμος εκπορθητής του απορθήτου Μπιζανίου, με τον Υψηλόν και μεγαλοφυά Αρχηγόν του, τον Διάδοχον του απ’ αιώνων, ονειροποληθέντος Μεγάλου Ελληνικού Θρόνου, από της Αυγής της αγιασμένης παρελθούσης Πέμπτης 21ης Φεβρουαρίου, σας πατεί, σας κατέχει, δορυάλωτα, κτήμα του πολέμου, έπαθλον αλησμονήτου αδράνειας, τίμιον λάφυρον επικού αγώνος, σας πατεί ελληνικός στρατός, ω φίλτατα Γιάννινα!

Πόλις προσφιλής και πόλις πικραμένη, πόλις των πενθών και των δακρύων, πόλις των οδυρμών, και των βασάνων, πόλις βασανισμένη, σκλάβα των δημίων και των Νερώνων, αγνέ καϋμέ τόσων χιλιάδων διωγμένων και ταξειδεμένων Ηπειρωτών, φίλτατα χρυσά ωραία Γιάννινα, ο Διάδοχος του ελληνικού θρόνου, με τα νικηφόρα χέρια Του, από της 21ης Φεβρουαρίου, σας αφήρεσεν από το αιματοβαμένον μέτωπόν σας, τον ακάνθινον στέφανον μαρτυρίου πεντακοσίων ετών, και ο ελληνικός στρατός, σπα από προχθές τας πέδας και των οδυρμών σας!

Ω πόλις προσφιλής και πολυπικραμένη! Ποιος θα διηγηθεί την χαράν και τον ενθουσιασμόν σου επάνω εις τα μνήματα των νεκρών πατέρων μας, να εξυπνήσουν και αυτοί, να χαρούν την αγίαν και ιεράν αυτή χαράν;

Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια, πεντακόσια λυπημένα Χριστούγεννα και πεντακόσια θλιβερά Πάσχα, Ηπειρώτης δεν εχάρη ψωμί που έτρωγε, και φαρμάκι του εγίνετο το νερόν εις τα χείλη, εφ’ όσον σε έννοιωθεν, Σένα, ω φίλτατη, και κλαμένη πόλις, φαρμακερά να δεήσαι ρις τον Εσταυρομένων, να Σου λυπηθή τέλος παντων την αγωνίαν και τον θρήνον! Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια, δεν έκλεισεν ειρηνικά τα μάτια του, κανένας προπαππός μας, και κανένας πατέρας μας δεν εχάρη πεντακόσια χρόνια τα παιδιά του… Τώρα ελυθερωμένον και αγαπητόν χώμα, εξύπνησε και ανάστησε τους αποθαμένους γονείς μας! Και εις ωραίαν και μεγάλην πομπήν, ωδήγησε, ω πόλις φίλτατη τας ψυχάς των πατέρων μας, με δάκρυα χαράς πλέον εις τα μάτια, να φιλήσουν τα χέρια του Υψηλού Ελευθερωτού και να εναγκαλισθούν τον γενναίον ελληνικόν στρατόν Σου!

Η κυανόλευκος, παίζει απαλά και υπερήφανος με τον θρασκιάν της Παμβώτιδος, επάνω εις το κάστρον, όπου οι Αλήδες, και οι Βελήδες σε εσταύρωσαν, πεντακόσια ολόκληρα χρόνια!

Και εγέλασαν τέλος πάντων και τα ιδικά σου χείλη, ω πόλις αγαπητή και πολυβασανισμένη!

Από την Αυγήν της 21ης Φεβρουαρίου, πόλις σεμνή που έκλαιεν όλος ο ελληνισμός και εθρηνούσαν οι Ηπειρώται –Γιάννινα ωραία, με το αιματωμένον μέτωπον και τους μωλωπισμένους κρατάφους, είσθε ελεύθερα και γελούμενα.

Ο αέρας σας, χαμογελάει ο ουρανός σας, απλούται εις γαλανόν αίνον τα σπίτια, κοιμούντια πλέον ήσυχα, με θύρας ανοικτάς και καρδιά σας, γελάει και υπερηφανεύεται! Εχαμογέλασαν τέλος πάντων και τα ιδικά μας χείλη!.

Στρατός ελληνικός, νικητής και ήμερος, λέων εις την μάχην και σεμνή παρθένος μετ’ αυτήν, κραδαίνων αήττητον χθες λόγχην εις το Μπιζάνι, και σήμερα, ευγενής και γαντοφόρων, πολιτισμένος στρατός, περιφερόμενος ευστολής εις τους δρόμους σας, εδίωξε και τον τελευταίον βασιβουζούκον και βανδάλον τούρκον ζαπτιέν., του οποίου, πέντε αιώνας τώρα ησθάνθησαν οι πάπποι μας την αγριότητα, και του οποίου, επί τέσσερα έτη, από των στηλών τούτων εδιηγήθημεν, εις όλον τον πεπολιτισμένον Κόσμον τον βανδαλισμόν και την ωμότητα!

Είσαι ελευθέρα και υπερήφανος δια την μητέρα Σου Ελλάδα, ω κόρη βασανισθείσα και προσφιλής!

Διότι ο ελληνικός στρατός, σου φέρει δύο μεγάλα τρόπαια, έπαθλα της αλώσεώς Σου –δύο τρόπαια, των οποίων όλοι οι Αιώνες θα ψάλλουν την Δόξαν:

Την νικηφόρον λόγχην και τον γαντοφόρον πολιτισμόν. Εις το Μπιζάνι, ήρως εδίωξε τον Τούρκον δια λόγχης. Εις τα Ιωάννινα, αμνησίκακος, ιπποτικός, γενναιόψυχος, ως αξίζει εις τους ευγενείς και τους γενναίους, ελησμόνησε παν άλλο, και ο ακάθεκτος λέων στρατιώτης του Μπιζανίου, ήμερος και αληθής χριστιανός και γενναιόκαρδος, Έλλην, επεδείξατο παραδειγαμτικής ευγένειαν και συμπάθειαν προς τας μυριάδας των παραδοθέτων Τούρκων αιχμαλώτων.

Και η καρδιά σας γελάει και υπερηφανεύεται, ω πόλις πολυπαθής και φιλτάτη!

Είσαι ελευθέρα πλέον!

Αναπνέεις ζης, κινείσαι, αισθάνεσαι ανέστης και συ! Ο Διάδοχος του Ελληνικού Θρόνου, δορυάλωτον σε κατέχει. Ο ελληνικός στρατός, χαίρεται τους δρόμους Σου!

Και συ, πόλις προσφιλής και φίλτατη, ελευθερωμένη πλέον από τα βασανιστήρια, χαμογελάς εις την κυανόλευκον, και η ψυχή Σου, τα βράδυα, όταν πλέον κοπάζουν αι ζητωκραυγαί και οι ενθουσιασμοί της αγαλλιάσεως, σκύβει εις τα μνήματα των νεκρών πατέρων μας, και ψιθυρίζει κάτι, που ειμπορεί ν’ αναστήση νεκρόν Ηπειρώτην και αποδώση ζωήν, και εις πεθαμένον Γιαννιώτην:

-         Ο διάδοχος της Ελλάδος είναι στα Γιάννινα νικητής…

-         Ο Ελληνικός Στρατός είναι μέσα στα Γιάννινα τροπαιοφόρος!..

-         Τα Γιάννινα είναι ελεύθερα!...

Και οι τάφοι σου ζητωκραυγάζουν κι αυτοί:

-Ζήτω ο Κωνσταντίνος!…

Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός!…

Γ. Χατζής

 

Ο κ. Φορέστης

Μέσα εις τας ενθουσιώδεις χαράς, εις τας οποίας πλέει κατ’ αυτάς τας ημέρας η πόλις μας, είναι ευτυχής, διότι είδεν, από της πρώτης στιγμής της εισόδου του ελληνικού στρατού, μορφήν επιβάλλουσαν και συμπαθή, φυσιογνωμίαν συνδεθείσαν βαθύτατα, επί τεταετίαν, με όλη την εσωτερικήν ζωή της πόλεως και της Ηπείρου, άνδρα μοχθήσαντα, αγρυπνήσαντα, εργασθέντα, πατριώτην ενθουσιώδη, και λεπτότατον, ταυτοχρόνως, διπλωμάτην, τον κ. Άγγελον Φορέστην, πρώην Γενικόν Πρόξενον Ιωαννίνων.

Όταν γράφει η ιστορία του Ηπειρωτικού Αγώνος και ένας ιστορικός, με ψυχήν, και νεύρα Ηπειρώτικα, ζητήση τον προφήτην και τον υποφήτην μιας νέας ζωής εν Ιωαννίνοις, και κατ’ επέκτασιν, εφ’ όλης της Ηπείρου, θ’ ανακαλύψει εις εν, διανυκτερεύον διαρκώς, επί τριετίαν ήδη, γραφείον του Προξενείου, ακαταπόνητον, ακούραστον, αφαντάστως εργατικόν και γνώστης παντός Ηπειρωτικού ζητήματος, τον κ. Φορέστην, διευθύνοντα πάσαν οργάνωσιν, πηγνύοντα συλλόγυς σωματεία, νουθετούντα δια τα Ιωαννίτικα και τα Ηπειρώτικα πράγματα.

Ο αδάμαστος αυτός, ο υψηλόφρων και ιπποτικός ευγενής Κεφαλλήν, ο αμείλικτος, προκειμένου περί εθνικής εργασίας, αλλ’ ειλικρινής και ωραίος την ψυχήν, εγεννήθη Κεφαλλήν, αλλά Ηπειρώτικη ψυχή, έχει ομιλήσει εις την καρδιάν του, με όλας τας φωνάς πάθους, ειλικρινούς και ασβέστου δια την Ήπειρον μας. Και αι υπηρεσίαι ας το πνεύμα, η διορατικότης, η θαυμάσια αντίληψις, και ακαταπόνητος εργατικότης του παρέσχεν εις την Ήπειρον όλην, μόνον όταν γράφει η ιστορία των αϋπνιών του θα είναι δυνατόν να εκτιμηθή τελείως.

Η «Ήπειρος» η οποία εθεώρησεν αίποτε τιμήν και ευτυχίαν της να δουλεύη παρά το πλευρόν του και τη φωτεινήν αντίληψίν του εις όλα, με δάκρυα χαράς είδε τον ευγενή άνδρα, με τους πρώτους ελευθερωτάς, καταφθάνοντα, και διησθάνθη απείρως το μειδίασμα της ευδαιμονίας, που εφώτιζε τα μάτια του, όταν επάτει, ελεύθερον πλέον, το χώμα των Ιωαννίνων.

Διότι μόνον οι εργασθέντες διά μινα τοιαύτην ελευθερίαν μειδιώσιν ούτως ευδιαμόνως –και ουδείς πλέον του κ. Φορέστη ειργασθή με τόσν καϋμόν δια τα πράγματα της πατρίδος μας.

Και η θέσις του Νομάρχου Ιωαννίνων εις κανέναν δεν ήρμοζε τόσν δικαίως, όσον εις τον ευγενή και ιπποτικόν άνδρα, όστις εγεννήθη Κεφαλλήν, αλλ’ εις μίαν τριετίαν ακαταπονήτου εν Ιωαννίνοις εργασίας, απεδείχθη ο ακραιφνέστερος των Ηπειρωτών.

 

Γραφείον Τύπου

Καθ’ α ανακοινούται ημίν, συνέστη ενταύθα Γραφείον Τύπου, η Διεύθυνσις του, ανετέθη εις τον κ. Σ. Γρανίτσαν, βουλευτήν Αιτωλίας και Ακαρνανίας, δημοσιογράφον και νυν έφεδρον ανθυπολοχογόν.

Παν δημοσίευμα, είτε δια Τύπου είτε δια τοιχοκολλήσεων, δέον να υποβάλλεται υπό την έγκρισιν του γραφείου Τύπου, των παραβατών εισαγομένων εις το Στρατοδικείον, και τιμωρουμένων κατά τας διατάξεις του σχετικού νόμου περί καταστάσεως πολιορκίας.

Ωσαύτως απαγορεύεται, και η δια προφορικού λόγου ανακοίνωσις οιωνδήποτε ειδήσεων σχετιζόμενων προς στρατιωτικάς κινήσεις, επιχειρήσεις κ.λ.π.